Παρασκευή, 31 Μαΐου 2019

Κράτος ουδετερόθρησκο ή θρησκεία ουδετερόκρατη;

Σ' ετούτη την ενδιαφέρουσα και σύντομη παρέμβαση του Βασίλειου Θερμού - την οποία δε θα συνοψίσω κι επομένως θα πρέπει κανείς να την παρακολουθήσει, ώστε να παρακολουθήσει κι εμένα - θα επιθυμούσα να σταθώ μια στάλα στο σημείο 11:41 κι εξής, όπου και θίγονται ορισμένες εικαζόμενες αντιφάσεις - δεν το λέω ειρωνικά. Μεταφέρω επί λέξει το απόσπασμα του Θερμού, το οποίο μ' ενδιαφέρει να σχολιάσω :

« Εάν το Σύνταγμα αποτυπώνει αξίες, οι θρησκείες είναι παράγοντας δημιουργίας αξιών. Παντού. Συμφέρει την Πολιτεία να αποδεσμευτεί εντελώς από τις θρησκείες; [ ... ] Συμφέρει - την οποιαδήποτε Πολιτεία - να εκτοπίσει της θρησκείες πλήρως στο ιδιωτικό περιθώριο; Να μην υπάρχουν κανάλια επικοινωνίας με την Πολιτεία και ... δεδομένου ότι οι θρησκείες αποτελούν παράγοντα δημιουργίας αξιών; Με άλλα λόγια : είναι ικανή μια Πολιτεία, σύγχρονη του 21ου αιώνα, να δημιουργήσει τέτοιες αξίες και να σηκώσει μόνη της το βάρος των αξιών για μια κοινωνία, έτσι ώστε να εμπνεύσει του πολίτες να τηρούν όσο το δυνατόν περισσότερο τις αξίες τις οποίες πρεσβεύει το Σύνταγμα; Δηλαδή, η δημιουργία ηθικής συνειδήσεως μέσω των θρησκειών πρέπει να θεωρηθεί ένα καθαρά ιδιωτικό γεγονός και θ' αναλάβει η Πολιτεία το βάρος των αξιών; Το μπορεί; Ποια είναι η διεθνής πείρα; Μπορούμε να μελετήσουμε τι έγινε σε άλλες χώρες που υιοθέτησαν αυτή τη γραμμή; Ποιο είναι το κοινωνικό ήθος που επικρατεί εκεί; [ ... ] Ποια είναι τα ποσοστά εγκληματικότητας και παραβατικότητας; Ποιο είναι το επίπεδο κοινωνικής συνοχής; [ ... ] Ποιες είναι οι παρενέργειες του ατομικισμού; Ποια είναι τα ποσοστά διαφθοράς; [...] Αυτό είναι ένα θέμα που η Πολιτεία πρέπει να 'ρθει αντιμέτωπη με αυτό, υπεύθυνα - η εκάστοτε Πολιτεία - και έτσι να χαράξει πορεία. Γιατί την Πολιτεία δε πρέπει να την ενδιαφέρει κάτι που ... ένας στόχος που χαρακτηρίζεται από πάθος, δε μπορεί να είναι ο στόχος της να βάλει τις θρησκείες στην άκρη. Ο στόχος της είναι να φτιάξει πολίτες τόσο καλούς, οι οποίοι να σέβονται το Σύνταγμα και τους νόμους και να υπάρχει όσο γίνεται λιγότερη παραβατικότητα του Συντάγματος και των νόμων. Αυτό ενδιαφέρει μια Πολιτεία. Λοιπόν, μήπως οι θρησκείες μπορούν να γίνουν ένας μηχανισμός προς τα 'κει; »

Προφανώς, για όσους δε με γνωρίζουν, δεν προσεγγίζω τη συζήτηση ως άνθρωπος θρήσκος, πόσω μάλλον ως πιστός χριστιανός οποιουδήποτε τύπου, «εκσυγχρονιστικού» ή «συντηρητικού». Προσεγγίζω περισσότερο απ' τη σκοπιά εκείνη ενός άθρησκου αστού - κάτι που δεν είναι εντελώς αληθές, αλλά εξυπηρετεί καλά τις ανάγκες της κουβέντας. Τώρα, παρόλο που ο κύριος Θερμός θίγει δύο πολιτειακές αντιφάσεις, προσωπικά, επικεντρώνομαι μόνο στην πρώτη. Όχι, φυσικά, για ν' αποκρύψω τη σημασία της δεύτερης, παρά γιατί είναι η πρώτη που μ' ενδιαφέρει κυρίως κι ως προς την οποία τρέφω τις βασικότερες ενστάσεις. Ως προς τη δεύτερη αντίφαση, θα με βρείτε απολύτως σύμφωνο. Η Πολιτεία, εκφρασμένη ως υστερόβουλος, εξουσιαστικός μηχανισμός, δε μπορεί παρά να είναι υποκριτική κι είναι σχεδόν αυτονόητο, πως θα επιδιώξει κάποτε - ή πάντα - να εκμεταλλευτεί οποιονδήποτε άλλο θεσμό μπορεί να την αλαφρύνει ή να την απαλλάξει από τις πραγματικές της ευθύνες - καρπούμενη φυσικά ποσοστό επί των κερδών. Μη χάνουμε τα λόγια μας, λοιπόν, στο άγονο ετούτο έδαφος του προφανούς κι ας προχωρήσουμε σε βαθύτερες ουσίες και αφορμές διαλόγου.

Συμφωνούμε ότι «το Σύνταγμα αποτυπώνει αξίες»; Συμφωνούμε. Συμφωνούμε, επίσης, ότι «οι θρησκείες είναι παράγοντας δημιουργίας αξιών»; Συμφωνούμε. Διαφωνούμε, παρόλα αυτά, ότι οι θρησκείες είναι παράγοντας δημιουργίας αξιών, αδιαμφισβήτητα και ανεξέλεγκτα υγιών, άρα αξιών προς μίμηση και προς διάδοση. Δυστυχώς και κατά παράδοση ευγενείας, επιτρέπουμε να πλανάται μια διακριτική ασάφεια ως προς το θρησκειακό πρόσημο, υπονοώντας ή αποδίδοντάς του μια κάποια θετικότητα. Η τελευταία ωστόσο (δηλαδή η θετικότητα) είναι μια ιδιότητα διόλου αυτονόητη ή δεδομένη. Σε κάποιο βαθμό, βέβαια, πρόκειται για λεπτομέρεια αγεφύρωτη, εφόσον ο μέσος χριστιανός δυσανασχετεί στο ν' αντικρύσει τον εαυτό του ή τις ψυχοπαθογένειες της θρησκειοποίησης και με την πρώτη ευκαιρία ψάχνει να βρει καταφύγιο στην καθησυχαστική ασφάλεια του δόγματος. Αλλά για να μην πολυλογούμε, το είδος και η ποιότητα των χριστιανικών αξιών είναι ένα πρόβλημα, προς στιγμήν, άσχετο με το ζητούμενό μας. Η βασική γραμμή στην οποία ενίσταμαι είναι, ακριβώς, ετούτη : ότι, δηλαδή, ο εκτοπισμός των θρησκειών από το Σύνταγμα συνεπάγεται ντε και καλά την περιθωριοποίηση και την αποπομπή τους στη σφαίρα του ιδιωτικού.

Ο Βασίλειος Θερμός ισχυρίζεται νωρίτερα - και ορθά - ότι το Σύνταγμα, ουσιαστικά, δεν είναι παρά η αποκρυστάλλωση της βούλησης ενός λαού, μια δεδομένη ιστορική στιγμή. Συνεπώς, το Σύνταγμα ως τέτοιο κρύσταλλο δεν είναι ζωντανός οργανισμός καθαυτό, αλλά το ιστορικό αποτύπωμα ενός ζωντανού οργανισμού. Το Σύνταγμα, να το πούμε κι έτσι, δεν το ενδιαφέρουν οι αιτίες οι οποίες διαμόρφωσαν τις όποιες αξίες του λαού, παρά μόνο στο βαθμό που ως κείμενο δεν αντιφάσκει εαυτόν. Με αυτό δεν εννοούμε, απαραίτητα, πως πρέπει να στέκει αδιάφορο στα αίτια, παρά πως δεν είναι ο ρόλος του ετούτος. Οι διεργασίες, δηλαδή, που γεννούν και πλάθουν τις αξίες μιας κοινωνίας είναι ένα ρευστό γίγνεσθαι, το οποίο το Σύνταγμα οφείλει να προστατεύει ως άθλημα ελευθερίας, αλλά όχι απαραίτητα και να υιοθετεί μια συγκεκριμένη του έκφανση. Αν, δηλαδή, μας ενδιαφέρει να θεμελιώσουμε την Πολιτεία μας γύρω απ' την αξία της ζωής, το ζητούμενο του Συντάγματος δεν είναι αν τούτο προέκυψε από την ορθόδοξη διδασκαλία, την αισιοδοξία του Διαφωτισμού, τον πρωτόγονο ανιμισμό ή το σύγχρονο κομμουνισμό, αλλά μονάχα ν' αποτυπώσει αυτή τη βούληση. Το Σύνταγμα δεν είναι κριτικό κείμενο, είναι αξιωματικό σύστημα και μπούσουλας, γεννημένο από ένα κοινό μέτωπο ανθρώπων, πιθανότατα με εντελώς διαφορετικές καταβολές. Για τούτο δεν πρέπει να προτείνει μια ερμηνεία της Ιστορίας, καπελώνοντά την, παρά να υπόκειται σε αυτή.

Ως εκ τούτου, θεωρώ σφάλμα την αντίληψη πως ουδετερόθρησκο κράτος σημαίνει το στέρεμα «καναλιών επικοινωνίας» μεταξύ θρησκευόμενων και Πολιτείας, καθώς ένας τέτοιος ισχυρισμός θα 'ταν ταυτόσημος με το στέρεμα οποιασδήποτε, εν γένει, επικοινωνίας με τους πολίτες - στο βαθμό, φυσικά, που οι τελευταίοι αξίζουν να λέγονται τέτοιοι. Οφείλει η Πολιτεία να επικοινωνεί με τους πολίτες της; Βεβαίως και οφείλει! Όχι όμως με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο - εν προκειμένω το θρησκευτικό - παρά με κάθε δυνατό τρόπο. Ηθική και αξίες δεν παράγουν μόνον οι θρησκείες. Ηθική και αξίες παράγει και η αθεΐα. Ηθική και αξίες παράγει και η επιστήμη. Ηθική και αξίες παράγει και η εργασία. Παράγει και ο αθλητισμός, και η πολιτική, κι ο πόλεμος, ακόμα και ο υπόκοσμος. Οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα συνιστά κοινωνία και όχι απομόνωση παράγει το δικό της σύστημα εσωτερικής συνέπειας και το δικό της ήθος. Κατ' αυτόν τον τρόπο, οι ομάδες οι οποίες ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στη διαμόρφωση της Πολιτείας και, άρα, συνδιαλέγονται με αυτήν (κι ουσιαστικά είναι αυτές που την αποτελούν, αλλά εδώ υπεισέρχεται ο βραχνάς της κρατικής εξουσίας, που περιπλέκει αρκούντως τα νοήματα) τη μπολιάζουν αναπόφευκτα με τις αξιώσεις και τις ηθικές επιταγές τους. Στο βαθμό που αποδεχόμαστε πως μια Πολιτεία τολμά να εκτοπίσει έναν άνθρωπο ή μια ομάδα, κατά το μέτρο ενός μόνο χαρακτηριστικού του (π.χ. τη θρησκεία), θα πρέπει ν' αποδεχτούμε πως τον εκτοπίζει τελικά εξ ολοκλήρου, κάτι που φυσικά δεν είναι αληθές. Ο χριστιανός ως πολίτης δημοκρατίας δε ζει με αξίες διαφορετικές από εκείνες της θρησκείας του, θα τολμούσαμε να πούμε ζει και με παραπανίσιες. Η Πολιτεία δεν του αφαιρεί στο παραμικρό τη δυνατότητα να συνδιαλεχθεί μαζί της, εφόσον ανά πάσα στιγμή έχει τη δυνατότητα να το κάνει ως πολίτης. Την Πολιτεία την ενδιαφέρει - και πρέπει να την ενδιαφέρει - μονάχα η πολιτική ιδιότητα, η οποία αποτελεί ουσιαστικά την υλοποίηση (και ενοποίηση) όλων των άλλων ιδιοτήτων, που καθιστούν έναν άνθρωπο αυτό που είναι ως προσωπικότητα. Οποιαδήποτε άλλη γλώσσα, πέραν δηλαδή της πολιτικής, θολώνει τα νερά και - κατά τη γνώμη μου - είναι εκ του πονηρού. Η Πολιτεία δεν αρνείται σε κανέναν να μιλά τη γλώσσα του, αλλά ορίζει μια γλώσσα κοινή ως προς την Πολιτεία. Η Πολιτεία οφείλει να παραμένει ο κοινός παρονομαστής και όχι τσαρδί του καθενός, που καίγεται για τους προσωπικούς του λόγους. Γιατί, να το πούμε κι έτσι : οι περισσότεροι χριστιανοί δεν καίγονται τόσο για το μέλλον του κόσμου, παρά για το μέλλον του χριστιανισμού, δηλαδή πράγματα ενίοτε αντιδιαμετρικά.

Μα κι από μιαν άλλη οπτική, θα μπορούσαμε να πούμε πως μια Πολιτεία οφείλει τελικά να εκτοπίζει πάντες εξίσου, προκειμένου να μπορεί να επικοινωνεί με πάντες εξίσου.

Εξαιρετικά ταπεινό και μοιρολατρικό, επίσης, μου φαίνεται και τούτο το νόημα : αν όντως εκτοπίζονται οι θρησκείες από την Πολιτεία, από πού κι ως πού εκτοπίζονται στο περιθώριο και στην ιδιωτεία; Πούθε προκύπτει κάτι τέτοιο; Πρόκειται για λογικό άλμα παρασάγγων. Για τις άλλες θρησκείες δεν ξέρω να μιλήσω, μ' αν η Ορθοδοξία πισωπατεί και οχυρώνεται στην ιδιωτικότητα είναι γιατί κι η ίδια έχει χάσει ανεπίστρεπτα την κοινωνική και πλαστική της δύναμη κι έχει απομείνει παθητική αναμάσηση των χριστιανικών μάντρα. Πιθανότατα, ο Χριστιανισμός έχει αλλοτριωθεί από τις ίδιες ιστορικές δυνάμεις ατομικισμού και καταναλωτισμού, οι οποίες διάβρωσαν ολάκερη την αστική φυλή, μα τούτο είναι άλλο θέμα προς εξέταση. Δε μπορεί, ωστόσο, ν' αποδίδει την κατάντια και τη νέκρωσή του, στην πολιτειακή αποπομπή του, όπως φυσικά δεν πρέπει και ν' αποδίδει την κλίμακα διάδοσής του ολοσδιόλου στο αγαπητικό του μήνυμα, ξέχωρα δηλαδή από την όψη και την κόψη του σπαθιού την τρομερή, της όποιας κρατικής ή αυτοκρατορικής αιγίδας έχαιρε, κατά καιρούς. Αν οι χριστιανοί έχουν πάψει ν' αποτελούνε ζωντανή κοινότητα, θα πρέπει ν' αναζητήσουμε αλλού τις παθογένειες και όχι στην κρατική έλλειψη συνδρομής, καθότι τι δουλειά έχει ο Καίσαρας με το Θεό; Πού είναι, λοιπόν, η χριστιανική δύναμη στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων; Πού είναι οι αγαπητική σχέση του ανθρώπου προς την πλάση; Πού είναι το γονιμοποιό ήθος της θυσίας, όταν ο χριστιανισμός έχει εκπέσει σ' ένα ασθενικό ιερατείο και η εκκλησία των πιστών από κοινότητα σε μπετόν-αρμέ και βαρετή ναοδομία;

Μας φταίει τώρα η Πολιτεία, αν είναι ουδετερόθρησκη ή όχι, και δεν κοιτάζουμε, λέω εγώ, τα μούτρα μας, αν εκμεταλλευτήκαμε τόσον καιρό την κρατική σχέση, προς όφελος της κοινωνίας των ανθρώπων και όχι της υπεκφυγής ενός ομφαλοσκοπικού status. Μας φταίει η Πολιτεία, αν θα παράγει τις σωστές αξίες και δεν κοιτάζουμε τα μούτρα μας, αν τελικά δημιουργούμε εμείς αξίες, όντως, ή δεν κάνουμε άλλο απ' το να μηρυκάζουμε ξαναζεσταμένο φαγητό - μα έστω κι έτσι, αν  δηλαδή σταθήκαμε διαχειριστές ικανοί των κληροδοτημένων. Δεν είναι πως είχαμε και τίποτα κράτος κομμουνιστικό, όλα ετούτα τα χαμένα χρόνια που κυλήσανε. Μια χαρά κορδώνονταν, σαν καλοθρεμμένες γαλοπούλες, όλοι οι χρυσοποίκιλτοι μητροπολίτες με την ιεραρχία και τους παρατρεχάμενούς τους, στο πλευρό των εκάστοτε πολιτικών αρχηγών. Τι έχτιζαν, λοιπόν, τόσο καιρό όλοι ετούτοι οι ευαισθητοποιημένοι απομυζητές της εξουσίας, ετούτοι οι εξωγήινοι της ταπεινοφροσύνης; Τι όφελος αποκόμισαν τελικά για το ποίμνιο, την κοινωνία τους;

Κι όμως, ένα κράτος ουδετερόθρησκο δεν αφήνει τους χριστιανούς στη μοίρα τους, αλλά τους αφήνει, τίμια και αμερόληπτα, στην ίδια μοίρα όπως κι οποιαδήποτε κοινότητα στην επικράτειά του. Και θα 'πρεπε να τ' αποδεχτούνε τούτο με χαρά οι - κατ' όνομα - χριστιανοί αντί με κλάψες ή αναθέματα. Αν όχι από βαθιά αγάπη προς τον κόσμο, έστω σαν άσκηση ταπείνωσης. Ένα κράτος ουδετερόθρησκο - αν είναι δηλαδή κράτος της προκοπής - δεν αποκόπτει κανένα δίαυλο επικοινωνίας, ορίζει απλά πως θα μιλάει καθείς εξίσου, στη σειρά του, παρά να μιλούν οι χριστιανοί νωρίτερα και περισσότερο. Ένα κράτος ουδετερόθρησκο δε στερεί το ελάχιστο από τον προκομένο, τίμιο χριστιανό. Μα κι ούτε έχει κανένα λόγο να φοβάται όποιος διάγει εν αγάπη. Ότι η αγάπη δεν υπεξαιρείται από κανέναν, μήτε φθίνει μοιραζόμενη, παρά μόνο κατακτάται με κόπο πολύ και γεννοβολά και μεταλαμπαδεύεται, ξανά και ξανά και ξανά, με κάθε πράξη, με κάθε ύπαρξη, με κάθε υπέρβαση εαυτού. Μα κατάντησαν οι χριστιανοί όσο κοσμικοί χρειάζεται, ώστε μόλις ξώφαλτσα να γλιτώνουν τον ευφημισμό - αν τον γλιτώνουνε και πόσοι. Έμαθαν να γραπώνονται περισσότερο απ' την παράδοση και την τυπολατρεία, παρά ν' αφήνονται μ' εμπιστοσύνη στην ελεύθερη πτώση της θυσίας ή της κοινότητος. Έπιασαν να συζητούν για τη μοίρα τους με τα γράμματα του νόμου και ξέχασαν να μιλούν με τα θάματα της καρδιάς. Η φοβικότητα και η μικροψυχία τους θα 'κανε ως και το Χριστό ν' αποξεράσει τ' άντερά του.

Ευτυχώς ή δυστυχώς, δε ζούμε πια σε ακραιφνές κράτος Ελλήνων Χριστιανών κι αυτό οι χριστιανοί δύσκολα μπορούν να το χωνέψουν. Δύσκολα μπορούνε να χωνέψουν πως ούτε πραγματικοί χριστιανοί υπήρξανε, οι περισσότεροι από αυτούς που αλώνησαν την κοινωνία με τα ιδιοτελή σαρκία τους, από ληστεία σε νηστεία, κι από χριστοπαναγίες σε πατερημά, ουτ' ήσαν οι μόνοι κάτοικοι αυτού του έρμου τόπου. Στην ψυχολογική ή ψυχιατρική ασφάλεια της κρατικής αιγίδας είχαν εναποθέσει τις ελπίδες ενός περιούσιου λαού, αλλά ευτυχώς η ιστορία έρχεται κάποτε να τους σώσει από την αλαζονεία και τον εγωισμό, δηλαδή από τον εαυτό τους. Χωρίς να τους στερεί κανένας το παραμικρό, τους θέτει προ των ευθυνών που είχαν εναποθέσει στον Θεό ή τη Δευτέρα Παρουσία. Είναι σκληρός ετούτος ο απογαλακτισμός, ο οποίος περίμενε δύο χιλιάδες χρόνια να τεθεί, είναι όμως απαραίτητος προκειμένου να ωριμάσει επιτέλους ο Χριστιανισμός, από την ακινησία της θρησκείας και τη νωχέλεια της συντεχνίας, σε κίνημα ζωοποιό και κοινότητα προσώπων - δηλαδή, εκείνο που ήταν κάποτε. Ο σημερινός χριστιανός, δηλαδή αυτός που ιστορικά γνώρισα λόγω της χρονολογίας γέννησής μου, είναι ένας χριστιανός γιαλαντζί, που αρνείται να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Όλοι του φταίνε εκτός από την αφεντομουτσουνάρα του. Φταίει ο ατομικισμός, φταίει η παγκοσμιοποίηση, φταίει ο αναγωγισμός, φταίει ο Δαρβίνος κι η τρύπα του όζοντος, φταίει ο Χατζηπετρής κι ο Λουκιανός Κηλαηδόνης. Το Αντίφωνο βρίθει ανθρώπων που έχουν στα πάντα κάτι να προσάψουν. Πρόσφατα διάβασα μια αυτοκριτική του Σολτζενίτσιν, πως ξεχάσαμε λέει το Θεό. Μα δεν είναι το Θεό που ξεχάσατε, βρε κακομοίρη, τον άνθρωπο ξεχάσατε! Τα πήρατε όλα απ' την ανάποδη γι' αυτό και καταντήσατε εδώ που καταντήσατε. Πιάσατε να γνωρίσετε πρώτα το Θεό, προτού δηλαδή γνωρίσετε τον άνθρωπο κι ο άνθρωπος ακόμα περιμένει.

«Είναι ικανή μια Πολιτεία, σύγχρονη του 21ου αιώνα, να δημιουργήσει τέτοιες αξίες και να σηκώσει μόνη της το βάρος των αξιών για μια κοινωνία;» λέει ο σκεπτικός ομιλητής. Μα, ως προς τούτο, δεν τίθεται καν ζήτημα : ο ρόλος μιας σύγχρονης Πολιτείας δεν είναι να δημιουργεί αξίες, μα να τις διαχειρίζεται νομικά. Αξίες δημιουργούν οι άνθρωποι κι όχι τα λειτουργικά σχήματα. Εδώ η παρεξήγηση μπορεί να πάρει μεγάλην έκταση, αν δεν ορίσουμε - έστω και χαλαρά - τι εννοούμε με τον όρο Πολιτεία : εννοούμε την εκάστοτε κυβέρνηση, τον ευρύτερο κρατικό μηχανισμό με τις εξουσίες του ή εννοούμε το ζωντανό  πολιτικό σώμα, δηλαδή την πόλη; Φαντάζομαι πως βούληση μπορούμε ν' αποδώσουμε μονάχα σ' ένα πολιτικό σώμα ή μια κυβέρνηση και σε καμία περίπτωση σ' ένα κράτος, απρόσωπο συνονθύλευμα μηχανισμών. Μα κι απ' την άλλη μια κυβέρνηση δεν είναι παρά - υποτίθεται - φερέφωνο της λαϊκής εντολής, άρα φορέας των ίδιων αξιών που το πολιτικό σώμα επιβάλλει με την ψήφο του. Με ποιον τρόπο, λοιπόν, μια Πολιτεία μπορεί να δημιουργήσει αξίες, για λογαριασμό των πολιτών της; Μάλλον δε μπορεί. Αλλά βλέπετε πως καταλήξαμε, τελικά, σ' έναν παντελώς άγονο προβληματισμό, γιατί θεωρήσαμε πως κάποιος δημιουργεί αξίες χρηστικά, έτσι από το πουθενά και για επί τόπου χρήση, όταν στην πραγματικότητα οι αξίες αναδύονται συνειδητά-ασυνείδητα μέσα στο στίβο της ζωής και το καθημερινό ήθος και όχι στα βουλευτικά, ακαδημαϊκά ή άλλα έδρανα. Εκείνο που δεν ήταν του παρόντος να θιγεί στη σύντομη παρουσίαση του Θερμού - μα έχω την υποψία πως ουδέποτε θα εθίγετο, παρόλα αυτά, καθότι οι πιστοί δεν έχουν μαθητεύσει στο πολιτικό ήθος, μα περισσότερο στο θρησκευτικό - είναι πως την ποιότητα του όποιου κράτους τη διαμορφώνουν οι πλέον μάχιμες απ' τις πολιτικές ομάδες μιας χώρας και όχι οι πλέον αδρανείς. Ως εκ τούτου, ένα κράτος ουδετερόθρησκο έχει πολλά να πει για την κινητικότητα και ποιων ομάδων, όπως επίσης και για την πολιτική ακινησία του χριστιανικού σώματος, που θεωρεί πιθανότατα πως η κοινωνία χρωστάει στους χριστιανούς τίποτα ρέστα ή πως με την βοήθεια του Θεού όλα θα γίνουν, από μόνα τους.

Ούτε έχει θαρρώ νόημα να μελετήσουμε τι γίνηκε σε άλλες χώρες και σε πολιτείες, οι οποίες ακολούθησαν ανάλογες πορείες, παρά μόνο στο βαθμό που οι θρησκείες δεν «περιθωριοποιήθηκαν» απλά, αλλά φιμώθηκαν παντελώς. Μας ενδιαφέρει να μάθουμε τι έγινε, όχι στην περίπτωση που η θρησκείες αποδεσμεύτηκαν απ' τα Συντάγματα, αλλά - αν υπάρχει - στην περίπτωση που αποτράπηκαν ακόμη κι απ' το κοινωνικό ή άλλο έργο τους και τους απαγορεύτηκε να ενσαρκώνουν τις αξίες τους, μέσω του καθημερινού βίου ή της επίσημης δράσης τους. Θα είχε πράγματι ενδιαφέρον να μάθουμε τι συμβαίνει όταν το κράτος παραγκωνίζει όχι μόνο τη θρησκευτική πρωτοβουλία αλλά, για να 'μαστε ακριβοδίκαιοι, την οποιαδήποτε πρωτοβουλία κι αναλαμβάνει μόνο του την ευθύνη και τη διαχείρηση της Πόλης. Θα είχε πράγματι ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη, καθώς θα μιλούσαμε πλέον για μια κοινωνία πραγματικά εξανδραποδισμένων πιστών (ή πολιτών), νομικά ανήμπορων να εκφράσουν τη θρησκευτική τους διάσταση, περιορισμένων μονάχα στην απρόσωπη θεσμική. Αν, ωστόσο, το ουδετερόθρησκο κράτος δε συνοδεύεται από μια ανάλογου εύρους παρακώλυση ή επιθετικότητα, προσωπικά, δε διακρίνω τον παραμικρό λόγο, ο οποίος θα μπορούσε να αποδυναμώσει μια πραγματικά αποφασισμένη κοινότητα, δηλαδή μια κοινότητα που δεν είναι ήδη ηττημένη.

Είναι, επίσης, σφάλμα να θεωρούμε ότι ο εξοστρακισμός των θρησκειών από την Πολιτεία, είναι απαραίτητα μια αποφαση η οποία διακατέχεται από «πάθος». Μπορεί και ναι. Αλλά μπορεί και όχι. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί πληθώρα ψύχραιμων και συνετών επιχειρημάτων, τα οποία συνηγορούν υπέρ αυτής της απόφασης, ασχέτως αν κανείς συμφωνεί μαζί τους - και είμαι σίγουρος ότι ο κύριος Θερμός θα γνωρίζει περισσότερα επιχειρήματα από μένα. Το γεγονός πως μπορεί κανείς να ορκίζεται στα δικαστήρια δίχως στην ουσία να ψευδομαρτυρεί, να παντρεύεται δίχως να υποκρίνεται, να ονοματοδοτείται δίχως να αγρεύεται απ' το θρησκειακό λογιστήριο, να φέρει ταυτότητα δίχως να εκτίθεται, να κυκλοφορεί στον τόπο του λεύτερος από μεταφυσικές επικλήσεις ή τη μισαλλοδοξία του περιβάλλοντος, είναι φυσικά πράγματα κερδισμένα από καιρό, αλλά δείχνουν πώς μια παρόμοια κατεύθυνση αποθρησκειοποίησης του κράτους μπορεί να οφελήσει μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων, που δεν ασπάζεται τις ίδιες αξίες με την όποια «επικρατούσα θρησκεία» - έκφραση τόσο ανόητη, στενόχωρη κι αντιχριστιανική - δίχως παράλληλα να στερεί τίποτα από 'κείνους που ασπάζονται τις αξίες αυτές. Είναι θετικό ακόμη και για τους χριστιανούς - κι ας μην το συνειδητοποιούν - ν' αποδεσμευτεί η θρησκεία από την κούφια, κοινωνική επιδειξιομανία, έναν οχετό απονεκρωμένων τύπων που βλάπτουν, αντίς να οφελούν. Είναι θετικό να μπαίνεις σε μια σχολική τάξη δίχως να 'χεις υποστεί την ανιαρή τυπολατρεία της πρωινής προσευχής, ξεθυμασμένη από κάθε αληθινή συμμετοχή, ή δίχως το άθλιο και γλυκανάλατο εικονισματάκι, πάνω απ' τον πίνακα, υποκείμενο και τούτο στην εμπορευματική τυποποίηση των χριστιανικών συμβόλων. Είναι θετικό να υπηρετείς την «πατρίδα» γνωρίζοντας τη γυμνή αλήθεια, πως το όπλο σου δηλαδή είναι εργαλείο φόνου και κανείς τραγόπαπας δεν έχει δικαίωμα κι εξουσία να το ευλογήσει κι ούτε καμιά Παναγίτσα στέκεται πάνω απ' τον ώμο σου με τρυφεράδα, την ώρα που ξεκοιλιάζεις ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα. Είναι θετικό ν' αναληφθεί μέρος της «φιλανθρωπίας» κι από μηχανισμούς, οι οποίοι υπόκεινται σε κάποιο στοιχειώδες έλεγχο, σε σχέση με τη διάσπαρτη ενοριακή ασυδοσία, για την οποία πολλοί από εμάς έχουμε κάποιο σιχαμερό παράδειγμα να καταμαρτυρήσουμε, αλλά κανείς δεν αναλαμβάνει τελικά να θίξει το πρόβλημα των εκτροχιασμένων ιερέων, πάντα μέσα στα πλαίσια της τοπικής κοινότητας πιστών. Εκτός κι αν αγάπη σημαίνει, τελικά, αφέλεια και απραγία.

«Ο στόχος της [ενν. της Πολιτείας] είναι να φτιάξει πολίτες τόσο καλούς ... μήπως οι θρησκείες μπορούν να γίνουν ένας μηχανισμός προς τα 'κει;» αναρωτιέται, ξανά, ο Βασίλειος Θερμός. Κι απαντούμε, κλείνοντας, πως ακόμα κι αν ετούτο είναι αληθές, σε τι ακριβώς κάνει το μηχανισμό λιγότερο μηχανισμό, μία τυχούσα αποθέσμιση; Γιατί αν η θέσμιση κάνει τη θρησκεία ισχυρή τότε δεν είναι διόλου. Κι αν η θρησκεία έχει ανάγκη απ' τη θέσμιση, προκειμένου να γίνει κοινωνός, τότε είναι ακοινώνητη. Κι αν επιθυμεί καλούς πολίτες, θα πρέπει πρώτα να γίνει πολίτισσα η ίδια. Αντί να κλειδαμπαρώνεται στα ιδρύματα, συνδράμοντας την αδικία, να πρωτοστατεί στο σημείο μηδέν, όπου η αδικία συντελείται. Δίπλα στο φτωχό, την ώρα που φτωχοποιείται από ένα κράτος ανεξέλεγκτο και όχι κατόπιν εορτής, ως εκταμίευση φιλανθρωπίας ώστε να 'χουμε ήσυχες συνειδήσεις. Δίπλα στον κρατούμενο ή τον φυλακισμένο την ώρα που ξυλοκοπείται απ' τον ανθρωποφύλακα ή το Σύστημα κι όχι ανέξοδο βλέμμα συμπόνιας κι έχει ο Θεός, στο προσκεφάλι και τα καθαρά σεντόνια του νοσοκομείου. Δίπλα στον καρκινοπαθή που αφαιμάσσεται οικονομικά απ' το χειρούργο του (ο τόνος σωστός) κι όχι δίπλα στο χειρούργο που εμφανίζεται με τα λουστρίνια του στην κυριακάτικη λειτουργία και τα σκάει «δια την αποπεράτωση του ιερού ναού». Δίπλα στον μετανάστη που παλεύει να ξεφύγει από τη μοίρα του, μαχαιρωμένος, πνιγμένος ή δεμένος και παρατημένος σαν το ζώο σε μια κολώνα κι όχι κυριακάτικο κήρυγμα κατά του ρατσισμού, με σιδερωμένα άμφια, εράνους και χαμογελάκια. Δίπλα στον εργάτη που σκοτώνεται για ένα κομμάτι ψωμί κι όχι αγιασμούς στα εργοστάσια και στα εργοτάξια, οι οποίοι σώζουν μόνο την ψυχή του εργοδότη. Μέσα στις τρώγλες του trafficking κι όχι στα καθαρά και πουριτανικά πεζοδρόμια, μπροστά στο δημαρχείο. Πλάι στις κοπέλες που βιάζονται τριπλά, από τον βιαστή, τον αστυνόμο και τέλος τη χαριστική χολή της κοινωνίας κι όχι κηρύγματα περί ανέμων και υδάτων, ώστε να 'ναι φχαριστημένοι οι νοικοκύρηδες. Πλάι στο δισαθλιωμένο Ρομά, που καταδικάζεται στο περιθώριο και την αμορφωσιά, τόσο απ' τη δική του αλλοτριωμένη κοινωνία, όσο κι απ' την υποκριτική δική μας, η οποία του 'χει φορτώσει όλα της τα δεινά και τα ελαττώματα, γιατί πρέπει και κάποιος να μας ξεσκατίζει, όσο να 'ναι. Θα μου πείτε πως είμαι φαφλατάς και δε θά 'πρεπε να ζητώ απ' τη θρησκεία - δηλαδή απ' τους ανθρώπους της - πράγματα που δεν τολμώ να ζητώ ούτ' από τον εαυτό μου ή τον καθένα. Σας απαντώ μ' ετούτο : εκείνη πρώτη έβαλε τον πήχη της ψηλά, ζητώντας μεταχείρηση άλλη από μένα τον άθρησκο ή τον άθεο ή τον ψιλικατζή της γειτονιάς, ζητώντας καλύτερο τραπέζι στο νυχτομάγαζο της εξουσίας - δήθεν για το καλό όλων. Γιατί εκείνη, λέει, παράγει αξίες, αντίθετα με μας που δεν παράγουμε ή παράγουμε δευτέρας διαλογής. Γιατί η θρησκεία διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία των αξιών κι είναι λέει δημιουργός τους πρώτης τάξης, όταν εμείς δεν είμαστε παρά ακόλουθοι και παρακατιανοί. Αλλά νισάφι από αξίες πια και χορτάσαμε! Ας αναλάβει επιτέλους η θρησκεία τις ευθύνες της, που δεν είναι φιλανθρωπικές - φιλανθρωπίες κάνουν κι οι εφοπλιστές - αλλά πολύ σοβαρότερες. Ας αναλάβει επιτέλους ο χριστιανός ν' αναμετρηθεί με το ήθος της χοντρόπετσης ηγεσίας του ή ακόμα κι αυτής της χοντρόπετσης ψυχής του. Όταν θα φτάσουν οι θρησκείες - μ' άλλα λόγια οι άνθρωποί τους - να τ' αξίζουν τότε, καθόλου μη γελιέστε, θα βρουν στην Πολιτεία και τη θέση τη σωστή που τους αρμόζει. Τότε που πια δε θα 'χουν νόημα οι αξίες τους, γιατί θα 'ναι επιτέλους άξιες οι ίδιες.