Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

Γιατί να (μην) διαβάζουμε Απόστολο Παύλο [ Μέρος 3ο ]

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄

Να κατηγορήσει κανείς τον Παύλο για μισογυνισμό, είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο. Είναι τόσο εύκολο, που δε θα μπούμε καν στον κόπο. Όπως βεβαίως είναι, εξίσου, εύκολο κανείς να τον υπερασπίσει - μάλιστα δίχως την παραμικρή βλάβη του θεόπνευστου. Άλλες εποχές, άλλα ήθη, το μήνυμα του Θεού ήταν χρεία να προσαρμοστεί, σ' εκείνο που μπορούσε ο κόσμος να κατανοήσει και τα λοιπά. Φυσικά, το τελευταίο είναι ασύδοτη ανοησία : έχουν περάσει δυο χιλιάδες χρόνια κι ακόμα δεν έχουμε, καλά-καλά, χωνέψει ούτε τη μπουκιά που χωρούσε στο στόμα μας. Ποιος ο λόγος, να μην ειπωθεί το μήνυμα έτσι ακριβώς ως έπρεπε, στην πληρότητά του; Στο κάτω-κάτω, ο θείος λόγος δεν ήταν προφανώς κληροδότημα μιας συγκεκριμένη ομάδας ή εποχής, παρά ολάκερης της ανθρωπότητας, σε πλάτος χώρου και μήκος χρόνου. Δεν υπήρχε ο παραμικρός λόγος, να τεμαχιστεί σε διαθήκες, προσθήκες ή άλλες θήκες για ευκολο-χώνεψη.

Τα κομπλεξικά περί γενετήσιας ορμής, τα 'παμε, τα κουβεντιάσαμε, να μην επαναλαμβανόμαστε. Λέει απλά, κάπου, ο Παύλος «θέλω γαρ πάντας ανθρώπους είναι ως και εμαυτόν». Όπως κάθε κομπλεξικός, κατά κανόνα, έτσι και τούτος καταλήγει να οραματίζεται έναν ολοκληρωτισμό : άλλος της αγαμίας, άλλος της φυλετικής καθαρότητας, τέλος πάντων, ούνα φάτσα, ούνα ράτσα. Μια παρατήρηση μονάχα. Στο στίχο 5, διαβάζουμε : «ίνα μη πειράζη υμάς ο σατανάς δια την ακρασίαν υμών». Τούτη η αστοχία δεν είναι ιδιαίτερη του Παύλου, είναι γενικότερη της χριστιανικής μωρολογίας. Φτιάνει ο άνθρωπος κάτι καλό; είναι με τη χάρη του Θεού. Φτιάνει ο άνθρωπος κάτι κακό; είναι με την κατάρα του Σατανά. Τελικά, τι φτιάνει μοναχός του ο άνθρωπος; Για ποιο πράγμα είναι, τελικά και πραγματικά, υπεύθυνος; Πού στην ευχή χωρά η ελευθερία βούλησης, σε όλα ετούτα, αν δηλαδή οι άνθρωποι παραδίδονται έρμαιοι στα κύματα μιας δύναμης ή άλλης; Εύκολα, θα μπορούσε ν' αντιτάξει κανείς, πως δεν υπάρχει αντίφαση : δεν είναι παρά ο άνθρωπος, εκείνος που παίρνει την τελική απόφαση. Η ευθύνη, καθαρά, δική του. Παρόλα αυτά, η λογική ετούτη λοιδορεί κι υποβιβάζει την ύπαρξη τ' ανθρώπου. Κενώνει την «ψυχή» του, απ' τη βαθύτερη φύση της, δηλαδή τη δημιουργία. Του καλού, του κακού, του οτιδήποτε. Όταν τα καλά και τα κακά έχουν προ-αποφασιστεί, δεν απομένει παρά το θεϊκό μενού κι ένα ισορροπημένο ορντέβρ. Ο άνθρωπος αποφασίζει δίχως επίγνωση, όπως στέκει κανείς μπροστά σε μια κινέζικη επιγραφή, κοιτάζοντας χωρίς να βλέπει. Όμως, η μόνη ηθική, που αξίζει σε πλάσματα δίχως επίγνωση, είναι η εξ' αποκαλύψεως. Η οποία, φυσικά, δεν είναι ηθική. Η τελευταία χτίζεται μέσα απ' τις αλληλεπιδράσεις των σχέσεων, αναγεννάται με κάθε συνείδηση και μαζί της χάνεται, είναι δημιούργημα κοινωνίας και όχι κοινωνίας δημιουργός. Τούτα είναι ψιλά γράμματα, για τους φοβισμένους κι ανεύθυνους ανθρωπάκους, που ζητούν στη ματιά ενός πατέρα επιβεβαίωση των πράξεων και άλλοθι για τις ζωές τους.

Μ' αυτά και με τ' άλλα, φτάνει κάποτε κανείς στο στίχο 21, όπου και βρίσκεται αντιμέτωπος με μία από τις εγκληματικότερες παραγωγές, της ανθρώπινης ανοησίας και περίτρανη απόδειξη, πως η αγαμία βαρά τον ασκούντα την στον εγκέφαλο.

«δούλος εκλήθης; μη σοι μελέτω∙ αλλ' ει και δύνασαι ελεύθερος γενέσθαι, μάλλον χρήσαι»

Τα του Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ, έλεγε κάποτε ο Ιησούς, χωρίζοντας τα κοσμικά από άλλα βασίλεια. Εδώ, όμως, ο Παύλος δεν αποστερεί, απλά, από τον άνθρωπο το πολιτικό στοιχείο, αλλά επιμένει με λύσσα να εξολοθρεύσει στα σωθικά τ' ανθρώπου, οτιδήποτε θυμίζει άνθρωπο κι ελάχιστο ίχνος αξιοπρέπειας. Όμως τα δώρα δε αντιδωρίζονται κι είναι ανοησία - αν όχι κι ασέβεια - να επιστρέψεις στο Θεό, την πιο λαμπρή του παρακαταθήκη : το αίσθημα της ελευθερίας και της αυτο-διαθέσης, τα οποία λυσσομανούν στον άνθρωπο, όμοια καθώς σε κάθε ύπαρξη. Η ιουδαϊκή καρδιά του Σαούλ, καίγεται να πατάξει καθετί ανυπάκουο, καθετί αμιγές κι ατόφιο. Ο κρυφο-μισανθρωπισμός του δεν ανέχεται οτιδήποτε εξακολουθεί να πάλλεται ανυπότακτο, μπροστά στο μασκαρεμένο τούτο θάνατο πρίν απ' το θάνατο, όπου εκτροχιάζεται η χριστιανική εσχατολογία.

Μα ο Απόστολος τα 'χει χαμένα. Με τούτα τα κοπρολογήματα καταλήγει ν' αντιφάσκει, αναφανδόν, κι αυτή την ίδια τη χριστιανική πράξη. Ο συνεπής Χριστιανός είναι καταδικασμένος να συγκροτείται πολιτικά. Πώς αλλιώς; Δεν αντιφάσκει (θετικά) εκείνος που αποδέχεται την ιδιότητα του δούλου - κατά Παύλο - μα θριαμβεύει μαρτυρώντας, αρνούμενος την αποκήρυξη της πίστης του; Ετούτοι οι «παλαβοί», που ξεχύνονται στον κόσμο συγκροτώντας νέες, αγαπητικές κοινότητες, που γίνονται περίγελως των εθνικών κι αργότερα συνωστίζονται στις κατακόμβες ή τις αρένες - συμφωνεί ή διαφωνεί, κανείς μαζί τους - ποιαν, από τις ιδιότητες του πολιτικού ανθρώπου, επιδεικνύουν λιγότερη; Καμία! Η χριστιανική κίνηση δεν είναι ακραιφνής ασκητισμός (κι ας υπάρχουν μερικοί Αντώνηδες, στα σωθικά της), μα είναι κίνηση μέσα στον κόσμο τούτο, όχι στον έσχατο, είναι διεκδίκηση τρόπου ζωής και στάση. Όσο κι αν δεν το παραδέχεται, η δράση του είναι αναπόφευκτα κοσμική κι ας παλεύει να ζωγραφίσει εγκόσμια παραθύρια στο επέκεινα. Ο χριστιανισμός είναι καταδικασμένος να είναι πολιτικός, όχι δια του εμετικού τρόπου, με τον οποίο παρασιτούσε στην βυζαντινή πορφύρα, αλλά με την επιμονή του - στις ελάχιστες περιπτώσεις, που δεν ήταν νοσηρός - να κρατήσει όρθιο και να υπερασπίσει τον ιδιαίτερο τρόπο κοινωνίας του, τις ιδιαίτερες υπαρκτικές του σχέσεις. Θες να το πεις ετούτο Αγάπη, θες να το πεις ξεμάτιασμα και καντηλάκι, δικαίωμά σου. Όμως, κανείς δούλος, που αποφασίζει να διεκδικήσει το δικαίωμά του, έστω στην προσευχή, δεν είναι πια δούλος. Εκών-άκων, μετουσιώνεται πλέον σε πρόσωπο πολιτικό. Κρατημένος σφιχτά, απ' το Μεσσία του, ο χριστιανός παραδέχεται ότι υπάρχει - και θα υπάρχει πάντα - ένα τελευταίο όριο του κόσμου ετούτου - η πίστη του - απ' το οποίο δεν είναι διατεθειμένος να παραιτηθεί. Δεν πάει άλλο, ως εκεί! Ως εκεί, λοιπόν, ο δούλος. Κατόπιν, ξεκινά - αναντίρρητα - πια ο πολίτης. (Έτσι όπως τα γράφω εδώ, μου θυμίζω μάλλον κακομασημένο Camus).

Ν' αλαφρύνουμε λίγο το κλίμα. Πρώτος στην πίστη, πρώτος και στην πλάκα, ο χωρατατζής Απόστολος. Δε λέει να το βάλει κάτω, προκειμένου να μας δει χαρούμενους. Δεν είναι εύκολο να συγκρατήσει κανείς το γέλιο του, όταν ο Παύλος καμώνεται τον αμήχανο και ταπεινό : «Περί δε των παρθένων επιταγήν Κυρίου ουκ έχω, γνώμην δε δίδωμι ως ηλεημένος υπό Κυρίου πιστός είναι». Α μάλιστα. Δηλαδή, δεν έχει για όλα απάντηση ετοιμασμένη κι αναγκάζεται ν' αυτοσχεδιάσει, με μοναδικό του μπούσουλα την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. Της οποίας, φυσικά, μόνον ο Παύλος γίνεται μάρτυρας. Ποιο ειν' όμως το όριο εκείνο, το μεταίχμιο, όπου η επιταγή μεταμορφώνεται σε γνώμη και τούμπαλιν η τελευταία; Τις οίδε και δε μας λέει; Γιατί απ' όσα λέει, ποια να τα πάρουμε για επιταγές και ποια για γνώμες; Και γιατί τα μεν έτσι, τα δε αλλέως; Όταν ο λόγος καθαυτός δε χαρακτηρίζεται από κάποια εσωτερική συνέπεια και συγκροτείται από την ύλη των νεφών, το περιεχόμενό του δε συνιστά ούτε αποδεικτική, ούτε καν δεικτική - προς κάποια κατεύθυνση - διαδικασία. Ή μάλλον ψέμματα : όλοι οι δρόμοι οδηγούν στον Παύλο, ο οποίος είναι και το μοναδικό ενοποιητικό στοιχείο, αυτού του παραληρήματος. Ο «έλληνας» Ευκλείδης λέει «Από σημείο εκτός ευθείας μπορούμε να φέρουμε μοναδική παράλληλη» και ξεσηκώνει ένα πολιτισμό, που σαρώνει και θεμελιώνει την ανθρωπότητα απ' άκρη σ' άκρη, στην προσπάθεια να τον συνδράμει ή να του αντιτεθεί. Ο «εβραίος» Παύλος λέει «Από σημείο εκτός ευθείας μπορούμε να φέρουμε μοναδική παράλληλη, γιατί μου το 'πε ο Κύριος» ματαιώνοντας κάθε πολιτισμό και παύοντας την επικοινωνία. Καθώς η ζωή αναμετράται με το θάνατο, ο Παύλος φορτώνεται την κόσα του.

Η συνέχεια του Κεφαλαίου, ίσαμε το πέρας και του Ι΄ είναι - παρόλη την καλή διάθεση με την οποία προσπάθησα να επιμείνω - ένας ακατάσχετος χείμαρρος ασυναρτησίας, φλυαρίας κι ευτελούς, λαϊκού αναγνώσματος. Το κομμάτι για τα ειδωλόθυτα, όπως εκείνα που ακολουθούν περί καλύμματος κεφαλής και δείπνων κυριακάτικων, είναι τουλάχιστον κωμικοτραγικά, αν όχι για λύπηση. Αν τα διέγραφε κανείς μ' ένα μεγάλο, παχύ μαρκαδόρο, η ανθρωπότητα δε θα 'μενε στο παραμικρό φτωχότερη - όπως και την επιστολή σχεδόν ολόκληρη. Προορίζεται, κυρίως, για εσωτερική κατανάλωση και νουθεσία, δίχως τίποτε οικουμενικό ή διαχρονικό να ευαγγελιστεί. Στο Κεφάλαιο ΙΑ΄, θα κάνω ωστόσο μια στάση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ΄

Γνωρίζετε, προφανώς, την έκφραση που χρησιμοποιεί ο λαός, σα θέλει κάποιος «να κρυφτεί κι η χαρά δεν τον αφήνει». Στο ΙΑ΄, με αφορμή αν πρέπει ή όχι να καλύπτουν οι γυναίκες το κεφάλι τους, κατά την προσευχή, μπορούμε να μελετήσουμε επιμελώς όλη την αποστολική ανοησία, περί των δύο φύλων, η οποία βρωμά απ' όπου να την πιάσεις. Το θέμα εδώ δε σώζεται, ούτε με τον καλύτερο δικηγόρο, καθότι αφορά στο δογματικό μέρος, το οποίο φαντάζομαι μας πηγαίνει ίσα τέρμα στο αδαμιαίο πλευροκόπημα. Οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ο Παύλος αγωνίζεται απεγνωσμένα - τόσο εδώ, όσο και γενικά -  να διατηρήσει κάθε συντακτική συμμετρία, μεταξύ των δύο πόλων, του ανδρός και της γυναίκας. Αλλά η συντακτική συμμετρία έχει τα όρια της, τα οποία δεν είναι άλλα από εκείνα στα οποία κυβερνά η δογματική φαλλοκρατία : «Ανήρ μεν γαρ ουκ οφείλει κατακαλύπτεσθαι την κεφαλήν, εικών και δόξα Θεού υπάρχων», λέει ο τρικυμισμένος, στο στίχο 7. Με την πρώτη ευκαιρία, πρέπει να θυμήσω στον εαυτό μου να γυρέψει τι θεολογικά μπαλώματα, βρήκε να ράψει η Εκκλησία, ώστε να δικαιολογήσει όλα ετούτα, στα κατηχητήρια της εποχής μας. Θέλω να πιστεύω, η αποδόμησή τους θα 'ταν πηγή αστείρευτης ευθυμίας, αν δεν πήγαινε πακέτο μ' όλη τη θλιβερή εικόνα των ψυχών, που έχουν βλαβεί ανεπανόρθωτα, από την ενοχική βρωμιά. Τέλος πάντων, έχει πολύ ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς τους στίχους 1-16, οι οποίοι μιλώντας απλά για τρίχες, καταφέρνουν ωστόσο να βάλουν τη γυναίκα, διακριτικά, στη «σωστή της θέση». Τόσες τρίχες έχει ν' αντικρύσει κανείς, από την εποχή ακόμα του Σαμψών και είναι χαρακτηριστικές μιας μορφής κατώτατου, θρησκευτικού λόγου. Καταλήγει ο Απόστολος, ότι «ημείς τοιαύτην συνήθειαν ουκ έχομεν, ουδέ αι εκκλησίαι του Θεού», αφήνοντάς μας με την απορία. Τόσο κακό, δηλαδή, για μια... συνήθεια; Δεν πρόκειται ούτε περί επιταγής, ούτε και περί γνώμης, αλλά περί απλής συνήθειας; Τότε ποιος δεσμεύει ποιον ή ποιαν και, τελικά, γιατί να τη δεσμεύει; Ίσως να θέλει, ο Παύλος, ν' αποφύγει βαρύτερες εκφράσεις, χαρακτηρίζοντας κάθε μικρό ολίσθημα «αμαρτία», και να τα λέει όλα ετούτα περιφραστικά. Μα έτσι - δηλαδή, μη απαγορεύοντας ρητά - αφήνει τα πράματα ακόμη πιο αφηρημένα, παρά να μη τα 'θιγε ποτές. Με την πρώτη ευκαιρία, προβλέπεται γνήσιο μαλλιοτράβηγμα, αν όχι και κανάς λίθος αναμάρτητος. Ίσως να νιώθει μοναξιά κι ο Απόστολος και γυρεύει αφορμές, να παρατείνει την αλληλογραφία.

Το πρόβλημα, στο οποίο ο Χριστιανισμός αποτυγχάνει, παταγωδώς, δεν είναι απλά η σωστή διάταξη των φύλων, κάτω απ' τα φτερά των Χερουβείμ. Είναι ετούτη η χαμένη ευκαιρία, η αστοχία να συλλάβει κάτι αληθινά μεγαλειώδες, υπερβαίνοντας τα φύλα, ολοσδιόλου. Ή κι ακόμα παραπέρα, υπερβαίνοντας οποιονδήποτε διαχωρισμό, σ' εντελώς οποιαδήποτε βάση - γενετική ή άλλη. Σ' ετούτο, δεν καταφέρνει ν' αφήσει πίσω του την κληρονομιά της φαρισαϊκής διπροσωπίας. Αναγκάζεται να καταφύγει σε συμβολισμούς κι αλληγορίες, προκειμένου να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα : η γυναίκα δεν είναι ούτε τ' ανδρός, ούτ' εκ του ανδρός, ούτε επί του ανδρός, ούτε καμίας άλλης πρόθεσης του ανδρός. Η γυναίκα, όπως και κάθε πλάσμα της γης, έχει τις δικές της προθέσεις και δε φοριέται ούτε ως κορώνα, ούτε ως έπιπλο κουζίνας ή μανουάλι. Ο ευνουχισμένος (ψυχικά) και αντι-ερωτικός χριστιανισμός, κοιτάζοντας τη γυναίκα δεν αναγνωρίζει, αληθινά και τίμια, ένα πρόσωπο καθρέφτη του προσώπου, παρά ένα πρόσωπο καθρέφτη του άνδρα, του Θεού ή ό,τι άλλο.

Έχει ειπωθεί πως, το ν' αγαπά κανείς σύμπασα την ανθρωπότητα είναι ένα συνηθισμένο προσωπείο λανθάνοντος μισανθρωπισμού. Εκείνος που σιχαίνεται τα πρόσωπα της καθημερινότητας, που τα βρίσκει ταπεινά και βρωμερά (πρεζόνια, άστεγοι, γύφτοι κι η λίστα πάει λέγοντας), στο βάθος του, ασυνείδητα, σιχαίνεται τον εαυτό του. Η ψυχή του είναι ανάπηρη, ως προς την αγαπητική ποιότητα. Α δε μπορεί ν' αγαπήσει τον εαυτό του, το επόμενο βήμα - ο άλλος - είναι απλά ασύλληπτο. Αναζητεί στην αφηρημένη σύλληψη της «ανθρωπότητας» ένα καταφύγιο δίχως πρόσωπα, άρα δίχως καθρέφτες του εαυτού του. Έτσι μπορεί κι η πλέον άγονη κουράδα να κοιμάται τα βράδια ήσυχα, βαυκαλίζοντας τον εαυτό της για λίπασμα. Η όποια αγάπη, λοιπόν, αληθινή και πλήρης, δοκιμάζεται στο πρόσωπο του ανθρώπου - του όποιου ανθρώπου - και όχι στη νεφελώδη απροσδιοριστία της «ανθρωπότητας». Αν αποτύχει στο πλάσμα που στέκεται, απέναντί μου, έχει αποτύχει γενικά.

Η προσέγγιση αυτή, ενώπιον του προσώπου, δεν επιτάσσει καμία προ-οικονομία, καθώς το πρόσωπο είναι άρρητο και δεν ανακαλύπτεται άπαξ, παρά ανακαλύπτεται εκ νέου κι εν τω γίγνεσθαι. Δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας ή εκτροχιασμού, καθώς το πρόσωπο έχει σώμα, αλλά δεν είναι σώμα. Αν ο περιβόητος «άλλος» έχει τσουτσούνι ή αιδοίο, φυσικά βυζιά ή σιλικόνης, πλούσια κόμη ή φαλάκρα κ.ο.κ δεν έχει καμία σημασία, ως προς το ευαγγελικό μήνυμα της Αγάπης. Αν είναι να μην πετάξουμε σύνολο το Χριστιανισμό στ' αζήτητα της Ιστορίας, μα να κρατήσουμε κάτι ουσιαστικό, ας κρατήσουμε επιτέλους ετούτη τη ρημάδα αγάπη κι ας παραδώσουμε στην πυρά το υπόλοιπο νεκρό σώμα, με τη δογματική του μυωπία, πρεσβυωπία ή ανοψία. Τι σημασία έχει στα μάτια της καρδιάς, αν του αλλουνού τ' αρέσει να γλύφει άντρες ή γυναίκες, να γλύφει έναν ή τρεις ταυτόχρονα, να αφαιρέσει το πουλί του ή να προσθέσει πουλί; Καταλαβαίνετε πως η γλώσσα με περιορίζει και στριμώχνομαι στ' αρσενικό γένος, τόσο από συνήθεια, όσο και χάριν συντακτικής ευκολίας. Αλλά μη γελιέστε, η γλώσσα μου δεν έχει φύλο κι ας έχει ο νους μου συμπλέγματα και περιορισμούς. Είναι, εντελώς, διαφορετικό πράγμα, να αναρωτηθούμε, ποιοι είναι οι λόγοι που επιβάλλουν σ' ένα πλάσμα να επέμβει στο σώμα του και διαφορετικό να το καταδικάσουμε στο πυρ το εξώτερον. Είναι τίμιο κι ευγενικό, ν' αναγνωρίζει κανείς στο σώμα κάτι ιερό ή ανεξήγητο. Είναι μέρος αναπόσπαστο της ύπαρξης, στο κάτω-κάτω. Είναι θεμιτό, ν' ανησυχεί κανείς μην οι τυχούσες «παρεκκλίσεις» κρύβουνε πίσω τους άλλες ανάγκες, εσωτερικές συγκρούσεις ή πάθη αρρωστημένα. Είναι θεμιτό, με την πρόθεση και την προϋπόθεση να υποστηρίξει κανείς, αν χρειαστεί, και να συντρέξει. Τούτο είναι ένα πρώτο βήμα αγάπης. Μα να προδικάσει και να καταδικάσει ερήμην 'κείνο που δεν καταλαβαίνει, ν' απορρίψει το διαφορετικό ως βδέλυγμα, τούτο είναι ωμή αποξένωση, απανθρωπιά κι ολοκληρωτισμός.

Μα δε χρειάζεται να περιοριστούμε στον άνθρωπο. Ο Χριστιανισμός πέφτει σε τούτη τη διπλή αστοχία. Όχι μόνο δίνει προβάδισμα (κι ας μην τον παραδέχεται) στον άνδρα έναντι της γυναικός, μα δίνει και προβάδισμα στον άνθρωπο έναντι του υπόλοιπου βασιλείου. Τούτες οι αηδίες δε στηρίζονται πουθενά, παρά στην αλαζονεία. Αλαζονεία που γίνεται υπέρμετρη, όταν υποστηρίζεται κι από τη «χάρη του Θεού» ή άλλες ανοησίες. Σ' ένα βαθμό είναι κι ο Χριστιανισμός συνένοχος στην καπιταλιστική, ετούτη, ασυδοσία και τον ακόρεστο βιασμό του φυσικού μας χώρου. Το «πρόσωπο» της χριστιανικής αγάπης μπορεί, δίχως καμία αντίφαση, να γενικευτεί στις αντιλόπες, τις πέρκες, τις κατσαρίδες και τα κολοβακτηρίδια. Το πρόσωπο τούτο, που στέκεται απέναντί μου, μπορεί να γίνει απλά οποιαδήποτε άλλη ύπαρξη. Άμα ξεφύγω από την προκατάληψη της ανθρώπινης ανωτερότητας, η καμηλοπάρδαλη και η αράχνη, οι σωρειτομελανίες, τ' ασβεστολιθικά πετρώματα κι οι αστέρες νετρονίων, με βοηθούν να ορίσω τη θέση μου ως προς τον κόσμο και ως προς τον εαυτό μου, εξίσου, με το γονιό, το φίλο μου ή τον ψιλικατζή της γειτονιάς. Με τον τρόπο αυτό η αόριστη Αγάπη, που μπορεί και να μη λέει τίποτα, γίνεται κίνηση προς εκείνο που δεν καταλαβαίνουμε και μαθητεία σεβασμού. Σ' εκπαιδεύει σ' εκείνη τη μορφή αμερόληπτης εγρήγορσης, την οποία οφείλουμε μπροστά στο άρρητο ετούτο θαύμα της ύπαρξης, απέναντι στην οποία είναι δυνατόν να σφάλλουμε, ανά πάσα στιγμή - αλλά κι ανά πάσα στιγμή να δικαιώνουμε. Σ' εκπαιδεύει σ' εκείνη τη μορφή της μεστής ταπεινότητας, όπου δεν είναι μήτε πλήρης άγνοια, μήτε πλήρης γνώση, αλλά ένα διηνεκές ερώτημα και μια ατελεύτητη απάντηση.

Το Κεφάλαιο, ωστόσο, κλείνει μ' ένα χαριτωμένο επίλογο. Τιτλοφορείται «Αταξίαι των Κορινθίων κατά το Κυριακόν Δείπνον» και διαβάζοντάς το κανείς εύχεται να πρόκειται περί παραβολής κι αλληγορίας και να μη συμβαίνουν όντως, όσα διαβάζει. Ωστόσο το ερμηνευτικό κείμενο, στο πλάι, δεν αφήνει και πολλά περιθώρια. Η έκδοση που έχω, κάποιου Τρεμπέλα απ' το '78, φλύαρη και μωρολογούσα, είναι ξεκάθαρη. Στα πρωτο-χριστιανικά εκείνα δείπνα της... αγάπης, πλάκωνε η Σάρα και η Μάρα κι έπεφταν στο φαί με δυο μασέλες. Ήδη φαντάζομαι του ευγενείς πιστούς να χλαπακιάζουνε σκυμμένοι πάνω απ' τη μπουκιά τους, γιομάτοι ψίχουλα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στα μουλωχτά, μήπως ο διπλανός τους πήρε καλύτερο κομμάτι. Αδιαφορώντας παντελώς να περιμένουν τους συντρόφους τους, πριν ξεκινήσουν, δεν άφηναν κολυμπηθρόξυλο, για 'κείνους που 'χανε πραγματικά ανάγκη. Γίνεται μάλιστα φανερό, από τα μαρτυρούμενα, πως εκείνοι που πέφτανε με λύσσα μεγαλύτερη, στη σάρκα και το αίμα του Κυρίου, είχανε ήδη φαί στο σπίτι! Αν έχεις το Θεό σου! Κι είναι, ήδη, η δεύτερη παρατήρηση του Παύλου, που αφορά στα βρώσιμα, μετά τα ειδωλόθυτα - άλλη κωλοκαούρα, της πάλαι ποτέ χριστιανοσύνης. Εκείνες οι πρωτο-χριστιανικές κοινότητες, που φανταζόμουνα καμιά φορά λουσμένες στο ρομαντισμό και την αυτοθυσία, προφανώς, καίγονταν περισσότερο για το στομάχι, παρά την άδολη καρδιά.

[ ... ]